Η περιοχή του Λιδωρικίου είναι γνωστή και για τα δημοτικά της τραγούδια και χορούς. Ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια είναι η «Λιδωρικιώτισσα», το οποίο είναι τραγουδισμένο, το 1947, επίσης από Λιδωρικιώτισσα. Την κα Ελένη Λιάπη – Αναδιώτη.
Για αυτήν γράφει στην ιστοσελίδα του ο Λιδωρικιώτης Κώστας Καψάλης, που μίλησε μαζί της το 2007.
«Με ένα απέραντο χαμόγελο μας καλωσόρισε στο σπιτικό της η κυρία Ελένη, καλοσυνάτη, πρόσχαρη, με Δωρικό αυθορμητισμό και την κλασσική Ρουμελιώτικη φιλόξενη διάθεση, παρέα με το γιό της το Νίκο, ήπιαμε το καφεδάκι μας και η κουβέντα μας ξεκίνησε...αβίαστα λες και γνωριζόμαστε χρόνια.. Μιλήσαμε γιά την πατρίδα, Κονιάκο και Λιδορίκι και πρώτα-πρώτα γιά την οικογένειά της, το όγδοο παιδί της οικογένειας του Βαγγέλη και της Ζωής Λιάπη, η Ελένη, έξι αγόρια και δυό κορίτσια, ή έξι..παιδιά και δυο...κορίτσια, που λέγαν παλιά κι η Ελένη το στερνοπούλι και μάλιστα πήρε το όνομα της μεγαλύτερης αδερφής της, που την έλεγαν Ελένη, αλλά την έχασαν μικρή στα 15 της κι' Ελένη όταν ήρθε στον κόσμο πήρε τη θέση και τ' όνομά της κι' έτσι απάλυνε λίγο τον πόνο των γονιών της.
Στο σχολείο ήταν άριστη μαθήτρια και βοηθούσε και την κυρά Ζωή σ' όλες τις δουλειές του σπιτιού, βλέπεις υπήρχαν εφτά άντρες στο σπίτι, τι να πρωτοκάνει η μάνα, αλλά πάνω απ' όλα τραγουδούσε, κάθε ώρα κάθε στιγμή, ό,τι κι' αν έκανε, από πολύ μικρή, τραγουδούσε, στις γιορτές, στα παρασπόρια, είχε βλέπεις το χάρισμα, είχε μια υπέροχη φωνή. Το 1932, ένας χωριανός, ο Παπαδημητρίου, έφερε στον Κονιάκο ένα γραμμόφωνο, το μοναδικό στο χωριό, κι η Ελένη που έμενε απέναντι, άκουγε με τις ώρες τα τραγούδια του γραμμοφώνου, τα κατέγραφε στο παιδικό της μυαλό, και τα τραγουδούσε υπέροχα, όλοι είχαν να το πούν.
Όταν τέλειωσε το δημοτικό με άριστα φυσικά, ο Δάσκαλος κάλεσε τον πατέρα της και του είπε πως το κορίτσι έχει πολλές δυνατότητες και καλό θα ήταν να σπουδάσει, κι' ο κυρ Βαγγέλης καμαρώνοντας για την κόρη είπε στο Δάσκαλο πως κάτι θα κάνει για το κορίτσι και πως θα το έστελνε στην Αθήνα, όπου είχαν πάει τα μεγαλύτερα αγόρια του και δούλευαν, ενώ είχε και συγγενείς που θα νοιάζονταν για την Ελένη, η μάνα όμως ούτε ν' ακούσει δεν ήθελε, να στείλει τη μοναχοκόρη στην...ξενητειά, κοριτσάκι πράμα, κι' ύστερα την είχε συντροφιά και βοηθό.
Τα δύσκολα χρόνια της κατοχής βρήκαν την Ελένη στην Αθήνα, εκεί στην Άνω Ν.Σμύρνη, όπου ο πατέρας της είχε πάρει οικόπεδο και τ' αδέρφια της είχαν τις δουλειές τους, ενώ το χάρισμα της Ελένης είχε γίνει πια πολύ γνωστό κι όλοι την καλούσαν στις γιορτές να τραγουδήσει, κι η Ελένη κοριτσάκι 16χρονο τότε, άκουγε τα τραγούδια και με το πρώτο τα τραγουδούσε, χωρίς βέβαια να γνωρίζει μουσική, είχε το χάρισμα, το μουσικό αυτί, το ένστικτο.
Η φήμη της βέβαια άρχισε ν' απλώνεται και πέρα απ' τον οικογενειακό και φιλικό περίγυρο, κι' όλοι έλεγαν πως πρέπει να την ακούσουν κάποιοι ειδικοί, και να βρεί το δρόμο της. Ετσι κι' έγινε, εκεί στα 1942, ένας γνωστός μουσικός, ο Ανδρέας Χαρμαλιάς, απ' τα καλύτερα κλαρίνα της εποχής, ζήτησε να την ακούσει κι' αμέσως της πρότεινε να την πάει στο Ραδιοφωνικό σταθμό να την ακούσουν. Πήγαν, την άκουσαν κι' ενθουσιάστηκαν, έτσι άρχισε η συνεργασία της με το Ελληνικό Ραδιόφωνο, όπου γνώρισε και τον παλαιστή τον Θανάση Καμπαφλή, που τραγουδούσε δημοτικά τραγούδια και άρχισε να εμφανίζεται στις εκπομπές παραδοσιακής μουσικής του Σίμωνα Καρά, που είχε τακτικές εκπομπές Δημοτικού τραγουδιού στο ραδιόφωνο, ενώ το όνομά της είχε γίνει πια πολύ γνωστό στους κύκλους του Δημοτικού τραγουδιού, η φωνή της άρεσε πολύ κι' άρχισαν να την πλησιάζουν και να της γίνονται προτάσεις για να μπει στη δισκογραφία, ενώ παρότι είχε πάμπολλες προτάσεις δεν τραγούδησε επαγγελματικά σε μαγαζιά , ήταν επιλογή της..»
|